ΛΕΙΨΟΙ
Λειψοί
Οι Λειψοί βρίσκονται στα βόρεια Δωδεκάνησα και είναι το μεγαλύτερο από μια συστάδα νησιών και νησίδων, τα οποία παρουσιάζουν μεγάλο περιβαλλοντικό ενδιαφέρον (ανήκουν στο δίκτυο Natura). Ενδείκνυνται για ήσυχες διακοπές, με τοπίο και ανθρώπους που προσφέρουν απλόχερα σπουδαία εσωτερική ηρεμία. Γύρω από τους Λειψούς υπάρχουν πολλά νησάκια και βραχονησίδες που προσφέρονται για παρατήρηση πουλιών, μεταξύ άλλων του σπάνιου αιγαιόγλαρου.
Η ονομασία του νησιού είναι αρχαιότατη. Κατά τη μυθολογία, οι Λειψοί είναι η μυθική Ωγυγία, το νησί της Καλυψώς όπου κατέφυγε ο Οδυσσέας. Ως «Λειψία» εμφανίζεται σε επιγραφές προχριστιανικών χρόνων, ενώ μεταγενέστερες ονομασίες το αναφέρουν σαν: ο Λειψός – η Λειψώ και τέλος, οι Λειψοί. Ως Λεψία επίσης αναφέρεται και από τον Πλίνιο.
Οι Λειψοί φαίνεται να κατοικούνται από τα προϊστορικά χρόνια συνεχώς μέχρι σήμερα. Σε σημεία του νησιού βρέθηκαν επιγραφές και αγγεία που χρονολογούνται από τους κλασσικούς χρόνους. Στο Λαογραφικό – Εκκλησιαστικό Μουσείο του νησιού σώζονται αγγεία Μυκηναϊκής εποχής (1600-1100 π.Χ.) και Γεωμετρικής εποχής (1110-800 π.Χ.). Οι Κάρες κατοικούν τους Λειψούς στα 1370 π.Χ. Ακολουθούν οι Δωριείς (1200 π.Χ.) και στη συνέχεια οι Ίωνες. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.) στους φυσικούς όρμους του νησιού καταφεύγουν πλοία και των δύο αντιπάλων παρατάξεων.
Το πρώτα χριστιανικά μνημεία ανάγονται στον 5ο-6 αι. μ.Χ. Κατά την Βυζαντινή Περίοδο το νησί ανήκει στο θέμα των Κιβυραιωτών. Αυτή την περίοδο η ευρύτερη περιοχή μαστίζεται από την πειρατεία.
Στα τέλη του 11ου αιώνα ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α ο Κομνηνός παραχωρεί τους Λειψούς μαζί με την Πάτμο, και τους Αρκιούς στον όσιο Χριστόδουλο ως δωρεά προς το μοναστήρι του Ιωάννη του Θεολόγου. Το Χρυσόβουλο της δωρεάς σώζεται στη Μονή της Πάτμου.
Στα χρόνια που ακολουθούν αι Λειψοί καταλαμβάνονται από τους Ιωαννίτες Ιππότες (1308 μ.Χ.), υποτάσσονται στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1522 μ.Χ.), λαμβάνουν ενεργά μέρος στον αγώνα ενάντια στον τουρκικό ζυγό (1821 μ.Χ.) και προσφέρουν καταφύγιο στον εξόριστο Πατριάρχη Αλεξανδρείας, Θεόφιλο αλλά και σε Υδραίους. Σπετσιώτες και Ψαριανούς Ναυάρχους (1824 μ.Χ.). Το 1912, το νησί περνάει στην Ιταλική κυριαρχία και ενσωματώνεται το 1948, μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, στην Ελλάδα.
Παραλίες
Βικιπαιδεια
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΝΕΦΕΛΗ
Κομψά διαμερίσματα, χτισμένα αρμονικά σε έναν καταπράσινο κήπο, το καθένα με ιδιωτική βεράντα που προσφέρει απεριόριστη θέα στο Αιγαίο και τον Κόλπο των Λειψών.….περισσότερα εδώ


Αν και οι Λειψιώτες δεν αγαπούν τα συνοικέσια και το ζευγάρωμα γίνεται με πρωτοβουλία των νέων, η αίτηση (γύρεμα) του γαμπρού γίνεται με κάθε επισημότητα. Η οικογένεια της νύφης φτιάχνει μία όμορφη ανθοδέσμη, ανάβει ένα φανάρι λαδιού και ετοιμάζει μία πιατέλα από παραδοσιακά μελωμένα ξηροτήγανα. Το Σαββατόβραδο οι γονείς της νύφης και λίγοι στενοί συγγενείς, κρατώντας τα γλυκίσματα, την ανθοδέσμη και το πατροπαράδοτο αναμμένο φανάρι- για να φέγγει- ξεκινούν για το σπίτι του γαμπρού. Αν και η όλη η διαδικασία γίνεται υπό πλήρη μυστικότητα, το νέο διαδίδεται ταχύτατα μια και το αναμμένο φανάρι γίνεται εύκολα αντιληπτό στα σοκάκια του νησιού. Όταν πια φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού, πριν ακόμα σερβιριστούν ο πατέρας της νύφης λέει: «Ο σκοπός που ήρθαμε απόψε στο σπίτι σας, είναι να γυρέψουμε τον γιο σας, να τον κάνουμε παιδί μας, να του δώσουμε την κόρη μας». Αμέσως μετά, γονείς και συγγενείς ανταλλάσσουν φιλιά ενώ ο γαμπρός συνοδευμένος από κάποιο στενό συγγενή της νύφης πηγαίνει στο σπίτι της όπου εκείνη τον περιμένει για να την πάρει και να την οδηγήσει στο σπίτι του.
Το απόγευμα της παραμονής του γάμου, στο σπίτι της νύφης στρώνεται το νυφικό κρεβάτι, με προσκεκλημένους συγγενείς και των δύο πλευρών. Συγκεκριμένα, προηγείται αγιασμός κι αμέσως μετά οι κοπέλες αρχίζουν να στρώνουν το κρεβάτι τραγουδώντας δίστιχα- τα παστικά. Μετά το στρώσιμο του κρεβατιού, ρίχνουν επάνω ένα αγοράκι για να πάει γούρι και το πρώτο παιδί του ζευγαριού να είναι αρσενικό. Ακολουθούν τα κεράσματα του κόσμου με παραδοσιακά γλυκά, λικέρ και μελεκούνια, το ρίξιμο χρημάτων και χρυσών λιρών στο κρεβάτι και οι μετάνοιες των μελλονύμφων στους συγγενείς. Το ίδιο βράδυ ο γαμπρός στέλνει στο σπίτι της νύφης το μπαούλο με τα ρούχα του. Την παραμονή του γάμου, ο πατέρας της νύφης σφάζει τα γιδοπρόβατα για το τραπέζι που θα στηθεί για τους καλεσμένους την επομένη. Το βράδυ της παραμονής στο σπίτι της νύφης οι συμπέθεροι τρώνε τα ποδοκέφαλα, φαγοπότι που θα συνεχιστεί και την επόμενη ημέρα.
Κάθε χρόνο, στις 23 Ιουνίου, νωρίς το πρωί, παραμονή της εορτής των γενεθλίων του Ιωάννου του Προδρόμου οι Λειψιώτες- κορίτσια και αγόρια- με το κεφάλι σκεπασμένο με ένα κόκκινο μαντήλι ξεκινούν για το κοντινότερο πηγάδι έχοντας στα χέρια τους ένα μικρό καθρέπτη και μία κανάτα. Μόλις φτάσουν στο πηγάδι, με το καθρέπτη στο χέρι προσπαθούν να φέρουν με αντανάκλαση στην επιφάνεια του νερού την εικόνα ενός αντικειμένου από το περιβάλλον. Με βάση την εικόνα που θα σχηματισθεί προσπαθούν να ερμηνεύσουν το όνειρο που είδαν στον ύπνο τους το προηγούμενο βράδυ και το οποίο σύμφωνα με το έθιμο έχει σχέση με τον άνθρωπο που θα παντρευτούν. Στη συνέχεια παίρνουν από το πηγάδι το «αμίλητο» νερό, το οποίο φυλάσσουν μέσα στο δοχείο. Το βράδυ της ίδιας μέρας στις γειτονιές του χωριού, παρέες κοριτσιών και αγοριών ανάβουν μεγάλες φωτιές όπου καίνε τα στεφάνια που είχαν φτιάξει την Πρωτομαγιά. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία αν κάποιος αντιμετωπίζει πρόβλημα δυσοσμίας με τον ιδρώτα των ποδιών του και τα τρίψει με τη στάχτη των στεφανιών, τα πόδια του δεν πρόκειται να ξαναμυρίσουν! Μετά το κάψιμο των στεφανιών αρχίζει η τελετή του Κλήδονα. Κάθε μέλος της παρέας- όλοι ανύπαντροι- τοποθετεί μέσα στην κανάτα με το «αμίλητο» νερό ένα προσωπικό αντικείμενο π.χ ένα δαχτυλίδι ή ένα βραχιόλι. Στη συνέχεια σκεπάζουν την κανάτα με ένα κόκκινο μαντήλι και την τοποθετούν στην ύπαιθρο όπου και θα μείνει όλο το βράδυ «για να την βλέπουν τ’ αστέρια» . Το άλλο μεσημέρι- ημέρα γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η παρέα συγκεντρώνεται και πάλι. Ο καθένας βάζει στο στόμα του μία γουλιά από το «αμίλητο» νερό και αρχίζει τη βόλτα του στο χωριό, χωρίς να μπορεί να μιλήσει μια και το στόμα του είναι γεμάτο νερό. Κατά τη διάρκεια αυτής της βόλτας όποιο όνομα ακούσει πρώτο αυτό είναι το όνομα του γαμπρού ή της νύφης αντίστοιχα που θα παντρευτεί. Το βράδυ της ίδιας μέρας οι παρέες συγκεντρώνονται για μία ακόμη φορά. Τότε ένα μικρό παιδί- σκεπασμένο με ένα κόκκινο μαντήλι- βγάζει στην τύχη από την κανάτα ένα αντικείμενο στο οποίο αντιστοιχεί το τραγούδι που η παρέα είχε τραγουδήσει πρωτύτερα.








